Παλιοτράγουδο... Όχι τώρα.
(Nόμιζα πως τα τραγούδια λένε αλήθεια... Αυτό ήταν το λάθος μου;)


ια της φυλάκισής του να γίνει ηγέτης του κινήματος που λίγο αργότερα δημιουργήθηκε από τους καταπιεσμένους μαύρους της χώρας. Μόνιμη προβληματική του σκηνοθέτη, έντονη κριτική ματιά, αλλά και η συνήθης αμφιβολία και αίσθηση πως ο αφροαμερικανός Σπάικ Λι καταγγέλει έναν ρατσισμό με τόσο έντονες αντιπαραθέσεις φτάνοντας στο αντίθετο άκρο. Πάραυτα, σε αυτό το σχεδόν μεγαλειώδες πορτρέτο των 3 και κάτι ωρών που επιχειρεί ο σκηνοθέτης τα ψεγάδια είναι ελάχιστα, ο ρυθμός δεν χάνεται ούτε στιγμή και από κοντά η καταπληκτική παρουσία του (πολλά υποσχόμενου τότε και αποδεδειγμένα σπουδαίου τώρα) Ντένζελ Ουόσινγκτον παραδίδουν στα 90s μια σπουδαία ταινία. Η απαγορευμένη διάρκειά της σε συνδυασμό με το διπλό αμερικανικό δισκάκι μας δείχνουν τον δρόμο μακριά από το REC.
Young Adam (2003), του David Mackenzie. 02:00, MEGA, διάρκεια 98’.
Proof (2005), του John Madden. 24:00, ALPHA, διάρκεια 100’.
Μια ομάδα σπουδαστών κινηματογράφου που ετοιμάζουν την πτυχιακή τους εργασία, βρίσκεται στο γύρισμα μιας ταινίας τρόμου όπου η απειλή έχει τη μορφή μούμιας (τι επιλογή κι αυτή...). Στο διάλειμμα των γυρισμάτων και όταν όλα έχουν πάει τόσο χάλια, μαθαίνουν από το ραδιόφωνο ότι (για άλλη μια φορά) ο κόσμος απειλείται από νεκρούς που επιστρέφουν στη ζωή και (για άλλη μια φορά) διψούν για αίμα. Αυτό που ως θεατές βλέπουμε, είναι η επαγγελματικά μονταρισμένη, voice-overed εκδοχή όσων πρόλαβαν να καταγράψουν οι δύο κάμερες που διαθέτουν οι πρωταγωνιστές, μαζί με βίντεο από κινητό, κάμερες παρακολούθησης (που μπαίνουν στο παιχνίδι στο τρίτο μέρος της ταινίας) αλλά και πραγματικό αρχειακό υλικό προερχόμενο από τις ειδήσεις.
Κι αν το δεύτερο ήταν μια ταινία για την γενιά του Youtube, το Diary of the Dead θα ήθελε (πολύ πρώιμα) να είναι ένα φιλμ σχετικά με αυτή. Τα σχόλιά του όμως (τίποτα δεν είναι αληθινό μέχρι να καταγραφεί από την κάμερα, η επικίνδυνα συνηθισμένη εξοικείωση του μέσου Αμερικανού με τα όπλα, αφού όλοι στο φιλμ στοχεύουν με ακρίβεια ελεύθερου σκοπευτή) πέφτουν στο κενό, αδυνατώντας να μπλεχτούν επιτυχημένα με το απολαυστικό gore θέαμα, τους τυπικούς μέχρι το κόκκαλο χαρακτήρες (από την δυναμική ξανθιά γκόμενα ως τον geek βοηθό) και τα πλακατζίδικα cameos των Ρομέρο, Ταραντίνο και άλλων, δίνοντας την θέση τους σε έναν ενοχλητικό διδακτισμό, στον οποίο ο Ρομέρο δεν μας είχε συνηθίσει...

Heat (1995), του Michael Mann. 23:15, ALTER, διάρκεια 163’.
την προβολή που διάλεξε η ΕΤ1 στις 00:05 (διάρκεια 68’), θα προτιμήσω το ΞΕΚΑΡΔΙΣΤΙΚΟ The Emperor's New Groove (2000), του Mark Dindal (ΝΕΤ, 22:00), το πιο ανυπόφορα αστείο καρτούν εδώ και χρόνια. Χαρακτήρες και χιούμορ στα όρια της αναρχίας, ατάκες δουλεμένες λες και από μαέστρο της διαλογικής κωμωδίας, ένα από τα τελευταία φιλμ κινουμένων σχεδίων με ήρωες ζωγραφισμένους στις δύο διαστάσεις και έναν κεντρικό ήρωα –λαμόφατσα- πραγματικό αντικείμενο λατρείας, τα στούντιο της Disney έκαναν το θαύμα τους, λίγο πριν την απόλυτη επικράτηση του τρισδιάστατου. Και καθώς τα δισκάκια της Disney παραμένουν πάντα σε πολύ υψηλές τιμές, η προβολή είναι must.
Frantic (1988), του Roman Polanski. 22:30, STAR, διάρκεια 115’.

Η Ερωτική Επιθυμία του Καρ Γουάι είναι ένα γνήσιο μελόδραμα, με δομή τόσο κλασική όσο τα θεμελιώδη για το είδος χολυγουντιανά αριστουργήματα του Σερκ και των κινηματογραφικών συνοδοιπόρων του. Εκτός αυτού, 50 έτη (σε χρόνο κινηματογραφικό) και μια αιωνιότητα μετά (σε χρόνο πραγματικό) αφηγείται την ίδια και απαράλλακτη ιστορία έρωτα αλλά με δυναμική καταρρακωμένη από την αλόγιστη χρήση, που κρύβει μια λέξη μασημένη αδέξια, χτυπημένη και εν τέλει τσακισμένη στις λάγνες ορέξεις διαφημιστών, τηλεορασάκηδων, βαλεντίνων και εφήβων που βιάζονται να μεγαλώσουν. O σπουδαίος Καρ Γουάι των, με μαθηματική ακρίβεια, αριστουργημάτων όπως Happy Together και Chungking Express, δέχεται το στοίχημα που ο ίδιος βάζει (με τις εις βάρος του πιθανότητες) να αφηγηθεί αυτή την καθημερινή, οικουμενική και διαχρονική όσο η ανθρωπότητα ιστορία και σαν να μην έφτανε αυτό, διαλέγει να το κάνει με τρόπο κλασικό, μη αποφεύγοντας τις συγκρίσεις, αλλά προκαλώντας τις καθώς δεν περνά ούτε δίπλα από τις αναδιαρθρώσεις που υπέστη κινηματογραφικά, από την κωμωδία ως την επιστημονική φαντασία και από τα χέρια σχεδόν όλων των δημιουργών του παγκόσμιου σινεμά. Άλλωστε, ο ίδιος ο Καρ Γουάι αποτελεί εδώ και χρόνια εγγύηση σχεδόν ατράνταχτη για αποτέλεσμα αριστουργηματικό (θα εξαιρούσα την τελευταία του δημιουργία, με πραγματικό κίνδυνο της ζωής μου από έναν δυο φίλους φανατικούς του φιλμ), τόσο αισθητικά όσο και στην ουσία του σινεμά αλλά και των τεχνών εν γένει, δηλαδή συναισθηματικά, στο κέντρο της καρδιάς του θεατή, στο κέντρο του μνημονικού του, στις βαθιές αναμνήσεις του που ενεργοποιούν τους μηχανισμούς για να αγαπήσει το έργο της τέχνης του, στην σπανίως τέλεια αναλογία και αντιστοιχία μυαλού και καρδιάς.
συνειδητοποιώντας την απιστία αυτή πιο άμεσα; Μήπως για να πλησιάσουν ο ένας τον άλλο, απαλλαγμένοι για πρώτη φορά από τις ενοχές; Η κυρία Τσαν γίνεται κυρία Τσοόυ και ο κύριος Τσόου γίνεται κύριος Τσαν που μέσα στο μικρό θεατρικό τους παραλήρημα μοιράζουν τις ευθύνες για να καταλήξουν θριαμβευτικά "ποτέ δεν θα γίνουμε σαν αυτούς" (σε αριθμό πληθυντικό που πιστοποιεί τρόπον τινά την ένωσή τους, την αρχή μιας σχέσης καταδικασμένης να ζει και να υπάρχει μέσα σε έναν κυκεώνα παραλογισμού, αμφισβήτησης και αυτολογοκρισίας που γέννησε η ρυπογόνα εγκράτεια του καθωσπρεπισμού, αλλά ίσως και εξιδανικεύοντας ο ένας την εικόνα του άλλου, με αυτό το υποβλητικό και προστακτικό "δεν θα γίνουμε" που δεν αφήνει περιθώριο, το δίχως άλλο).
Με τον ίδιο τρόπο, αφαιρώντας δηλαδή αφηγηματικά και κατά συνέπεια προσθέτοντας δραματουργικά, λειτουργεί ολόκληρο αυτό το σπουδαίο φιλμ. Εκεί που ο Τζουντ Λο στο My Blueberry Nights καθαρίζει ένα θολωμένο τζάμι αποκαθιστώντας την επικοινωνία και προσφέροντας έναν καλό φίλο στην Νόρα Τζόουνς, στην "Ερωτική Επιθυμία" οι ήρωες μένουν μετέωροι να κοιτούν τον κόσμο αποκλειστικά μέσα από θολωμένα, βρεγμένα και βρώμικα τζάμια, από γωνίες με οπτικό πεδίο περιορισμένο, αδύναμοι να επικοινωνήσουν "καθαρά", κάτι που τους βυθίζει όλο και περισσότερο στις τύψεις τους. Ξανά, εκεί που οι προηγούμενες ταινίες του Καρ Γουάι λειτουργούσαν πάνω στη διασταύρωση ιστοριών και χαρακτήρων, η "Ερωτική Επιθυμία" δεν είναι παρά το σύμπαν δύο ιστοριών που πορεύονται παράλληλα μην αφήνοντας περιθώρια για την ύπαρξη σημείου τομής: Όταν ο Τσόου θα επιστρέψει αποφασισμένος να συναντήσει την Τσαν, ο Καρ Γουάι θα στερήσει και την τελευταία καθαρή ανάσα στους ήρωες και τους θεατές του, μη επιτρέποντας αυτή την συνάντηση, με τρόπο πραγματικά σπαρακτικό. Το μόνο που τελικά μένει στους ήρωες είναι αυτή η ανάμνηση και νοσταλγία, για όσα όμως δεν έζησαν στην πραγματικότητα. 




Στο φετινό, 48ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, από τις 16 ως τις 25 Νοεμβρίου 2007, βρεθήκαμε εκεί.
Παρασκευή 16 Νοεμβρίου:
Η μέρα στην δουλειά περνάει αρκετά δύσκολα και αργά. Δίπλα μου έχω μια μεγάλη βαλίτσα και το μυαλό μου είναι ήδη στο λιμάνι (όχι του Πειραιά που βλέπω έξω από το παράθυρο του γραφείου μου, αλλά αυτό το φωτεινό πρωί και βράδυ που θα με περιμένει σε λίγες ώρες).
Η εναπομείνουσα άδειά μου είναι (ελαφρώς) περιορισμένη λόγω των συνεχόμενων ταξιδιών, έτσι την Παρασκευή την δουλεύω μέχρι κάποια ώρα και νωρίς το μεσημέρι είμαι μετά της βαλίτσας μου στον σταθμό Λαρίσης κάτω από έναν πίνακα «Προς Θεσσαλονίκη».
Μέσα ο Πάνος, μέσα και ο κόσμος, ύπνος βαρύς στο τρένο για να αντέξουμε το βράδυ σε μια από τις πιο αναμενόμενες ταινίες του φεστιβάλ, φτάνουμε, κατεβαίνουμε, βρίσκω το ξενοδοχείο μου, αφήνω τα πράγματα και με τη μία (αφού την
παπαρολογία της έναρξης στο Ολύμπιον δεν υπήρχε περίπτωση να την περάσω για άλλη μια χρονιά) στο cine John Cassavetes για την προβολή του νέου Ντέηβιντ Γκόρντον Γκρην και το “Snow Angels” στις 23:00. Σε μια καλή πρώτη προβολή, ο Γκρην μας παρουσίασε το γνώριμο ύφος του, αφήνοντας ελεύθερο το εξαιρετικό πρωταγωνιστικό του δίδυμο Μπέικινσεηλ-Ρόκγουελ (ειδικά ο δεύτερος δίνει μια ερμηνεία «φωτιά») και μια ιστορία που γλιστρούσε λίγο στις ανοιχτές τις τρύπες και στην απροθυμία του ίδιου του Γκρην να δώσει μια κατεύθυνση σε αυτήν, αδυνατώντας να ισορροπήσει τις επιλογές του. Μικρή απογοήτευση αμέσως μετά την προβολή, αλλά ένα σινεμά τόσο χαρακτηριστικό από έναν δημιουργό που θα επιμένουμε πως μπορεί να γίνει σπουδαίος, και συνάμα ένα σινεμά που ωριμάζει μέσα μας, έτσι ώστε να το σκεφτόμαστε νοσταλγικά μετά από τις 3 αυτές εβδομάδες.
Κάπου εκεί δίπλα μου έπαιζε ο νέος λατρεμένος Καρ Γουάι, ωστόσο κατάφερα να κρατήσω το μυαλό μου στην αίθουσα...
Το τί έκανα το βράδυ δεν σας νοιάζει τόσο, σωστα; Χεχε...
Σάββατο 17 Νοεμβρίου:
Πρωινό στο ξενοδοχείο και σε δέκα λεπτά έξω από αυτό για το καθιερωμένο πρωινό ΣΤΟ ΧΕΡΙ και ατέλειωτο πήγαινε-έλα στο υπέροχο λιμάνι της πόλης. Η διαδρομή Αποθήκες-Αριστοτέλους-Λευκός Πύργος και πίσω δεν θα γίνει ποτέ βαρετή, τουλάχιστον αυτή την εποχή.
Κάποια στιγμή αποφασίζουμε να πάμε και ένα σινεμαδάκι (σόρυ αγαπημένο μου, αλλά μετά από μήνες δουλειάς έρχεσαι δεύτερο μετά από μια απολαυστική βόλτα) για να δούμε το απρόσμενα καλό φιλμ του Ντίνου Δημόπουλου “Ο Άνθρωπος του Τρένου”, ένα φιλμ που το 1958 οδηγούσε το ελληνικό σινεμά σε μικρά νουάρ μονοπάτια και που δεν είχα την ευκαιρία να το δω ως τότε (το Σάββατο ντε, όχι το 1958!).
Εν τω μεταξύ, ανειλημμένη εργασία με υποχρεώνει σχεδόν σε όλη την διάρκεια του φεστιβάλ να βρίσκομαι στο ξενοδοχείο μεταξύ των ωρών 14:00-18:00, έτσι το μεσημέρι δεν είδαμε τίποτα.
Το El Greco όπως ξέραμε είναι ένα όχι τόσο κακό, αλλά αφόρητα βαρετό έργο και δεν έχω σκοπό να καταστρέψω ένα απόγευμά μου.
Το νέο φιλμ του πολύ καλού Φατίχ Ακίν δεν κατάφερα να το δω (ο χαμός που γινόταν στην προβολή δεν περιγράφεται), ούτε το Ορφανοτροφείο, η κούραση όλης της εβδομάδας βγαίνει σιγά σιγά το Σαββατόβραδο, ύπνος μέχρι αργά και έξοδος σχεδόν μέχρι το πρωί για την απαραίτητη δόση αυπνίας, προς διατήρηση του zombie-style που λανσάρω εδώ και αρκετό καιρό.
Κυριακή 18 Νοεμβρίου:
Κυριακή πρωί μετά το καθιερωμένο πρωινό και περπάτημα (δεν θα το επαναλάβω, γινόταν κάθε μέρα από τις 9 ως τις 11), περάσαμε από το masterclass με τον John Malkovich, γινόταν πάνικ κι έτσι ήλθον-είδον-απήλθον προς την καθημερινή μου υποχρέωση ώστε να είμαι συνεπής στο –ανατριχιαστικά μεγάλης προσμονής- ραντεβού μου με τον Καρ Γουάι στις 18:00.
Έκτη απογευματινή και στο Odeon παίρνω μια πρώτη γεύση κόλασης και φεστιβαλικής ανοργανωσιάς, αλλά και όμορφου χαβαλέ του φουαγέ. Όμορφος γιατί τελικά βρέθηκα στους (όχι μέχρι 10 όπως υστερικά φώναζαν οι πολύ καλές υπάλληλοι του multiplex) 50 τζαμπατζήδες που περίμεναν απ’ έξω, ενώ πολύ περισσότεροι ήταν αυτοί που δεν τα κατάφεραν. Ακολούθησε ένα 40λεπτο ξέφρενου χαβαλέ με τραμπούκικες δηλώσεις του στυλ «θα με αναγκάσετε να χρησιμοποιήσω αστυνομικές μεθόδους» από τον υπεύθυνο της αίθουσας, όλα ωραία και καλά, εκεί πάνω στην φασαρία αρχίζει η προβολή μετά από αρκετή καθυστέρηση.
Το σινεμά του Γουόνγκ Καρ Γουάι ήταν εκεί στο My Blueberry Nights, γοητευτικά προσωπικό, αναγνωρίσιμο μέσα σε λίγα καρέ που κυλούν αργότερα από το κανονικό και γεμίζουν το πανί από άκρη σε άκρη με τα υπέροχα κοντινά στα πιο γλυκά πρόσωπα που πάντα διαλέγει ο δημιουργός. Αλλά όσοι βρεθήκαμε εκεί, είδαμε ένα φιλμ απογοητευτικό στο σύνολό του και τον Καρ Γουάι χαμένο στην μετάφραση να μαζεύει τις απαράδεκτες ερμηνείες των Νόρα Τζόουνς και Ρέητσελ Γουάιζ, να μετακινεί τον (απλά καλό) Τζουν Λο από μέρος σε μέρος απαλλάσσοντάς τον από κάθε συναίσθημα, απαραίτητο συστατικό κάθε κινηματογραφικού καργουαϊκού δευτερολέπτου, αλλά και να ανακουφίζεται από την στιβαρή ερμηνεία του Ντέηβιντ Στράδερν. Η αργή κίνηση που τόσο μας γοήτευσε στην Ερωτική Επιθυμία εδώ κούρασε με την κατάχρησή της, πετώντας μας έξω από την πολύ προσωπική ιστορία των πρωταγωνιστών της.
Έξοδος προς Block House για μπριζολάρα στα γρήγορα πριν την βραδυνή βόλτα και τον χαβαλέ του Γιαγκόναν, που μας θυμίζει πόσο για κλωτσιές έχουν γίνει τα ελληνικά κινηματογραφικά φεστιβάλ κυνηγώντας το καλαμπούρι, αφιερώματα στο κουήρ σίνεμα, το γκράιντχάουζ και λοιπά ηλίθια, παρέα με τις αποτυχημένες προσπάθειες σκηνοθετών ανά τον κόσμο για κάτι διαφορετικό και καινούριο, καταλήγοντας στο τηγάνι με τις υπόλοιπες καυτές πατάτες.
Δευτέρα 19 Νοεμβρίου:
Η μέρα αρχίζει πολύ όμορφα με μια καλή και αρκετά αστεία συζήτηση με τον δημιουργό του instant classic “Children of Men”, Αλφόνσο Κουαρόν να ξεπερνάει γρήγορα το μικρό και γοητευτικό άγχος που άφησε να φανεί κατά την είσοδο και σύστασή του και να προσφέρει μεγάλες, αυθόρμητες και ειλικρινείς απαντήσεις σε κάθε ερώτημα του κοινού και του Γιώργου Κρασσακόπουλου που κατεύθυνε (προβληματικά) την συζήτηση. Δεν σκέφτηκε δευτερόλεπτο πριν ξεφυσήξει αφοριστικά στην εμφάνιση σκηνής του “Great Expectations”, ούτε όταν με ευκολία διάλεγε για αγαπημένη του ταινία την μικρή του Πριγκίπισσα. Η συζήτηση θα ανέβει κάποια στιγμή και στο blog. Απρόθυμα «το διαλύουμε» καθώς πρέπει να αρχίσει η επόμενη προβολή, εκεί κοντά στη μία.
14:00-18:00 στο ξενοδοχείο, έξι τζαστ αρχίζει το τρέξιμο για την απαράδεκτη αίθουσα Παύλος Ζάννας και το νέο φιλμ του φοβερού και τρομερού Κάρλος Ρειγάδας, “Stellet licht”. Μια σπουδαία έναρξη, αργοί και δύσκολοι ρυθμοί, δυνατές ερμηνείες από τους ερασιτέχνες ηθοποιούς που χρησιμοποιεί ο σκηνοθέτης, συνέχεια καλύτερη από ό,τι μπορούσαμε να περιμένουμε, ο κύκλος κλείνει και το φινάλε μας βρίσκει με απόλυτη σιγουριά για το καλύτερο φιλμ του φεστιβάλ. Το Q&A που ακολουθεί μας συστήνει μια ιδιοφυία του μεξικάνικου και παγκόσμιου σινεμά (άλλη μια συζήτηση που να ανέβει στο blog σύντομα).
Αργότερα το βράδυ και αρκετά κουρασμένος, το ισλανδικό θρίλερ «Μολυσμένο Αίμα» με πάγωσε και με έχωσε για τα καλά στο κάθισμα. Αναμένω την έξοδό του σε οποιοδήποτε μέσο (σινεμά ή DVD) για να την δω μια ακόμη φορά. Υποψηφιότητα για την τριάδα των καλύτερων που είδαμε πάνω, σε μια προβολή τουλάχιστον κατάμεστη.
Τρίτη 20 Νοεμβρίου:
Πρωί πρωί και βαλκανικό σινεμά, συνδυασμός που οδηγεί στην καταστροφή με μαθηματική ακρίβεια. Νάυλον ντέφια και ψόφια κέφια δηλαδή και η υπομονή μας δοκιμάζεται. Το βουλγάρικο «Επιστάτης Νεκρών» αρχίζει καλά, συνεχίζει καλά και τελειώνει καλύτερα. Απλώς γιατί τελειώνει και μπορούμε να πάμε για φαί.
Μεσημέρι στο ξενοδοχείο και 20:30 το πολύ πολύ καλό καναδικό φιλμ του Stéphane LaFleur, “Continental, un film sans fusil”, ένα υβρίδιο Ρόι Άντερσον και αμερικανικού ανεξάρτητου, με προσωπικό στίγμα από τον δημιουργό του, αρκετά αστείο ανά στιγμές, δουλεμένο στην φωτογραφία του και με έναν γλυκύτατο σκηνοθέτη πίσω από τις κάμερες, όπως μας φανέρωσαν οι απαντήσεις του αμέσως μετά την προβολή της ταινίας. Αξίζει να σημειώσουμε ότι σε αυτό το φιλμ είδαμε το καλύτερο κινηματογραφικό δευτερόλεπτο του φεστιβάλ. Προσέξτε το δευτερόλεπτο που βγαίνει στην οθόνη ο τίτλος του φιλμ, θα ανατριχιάσετε.
Το block της ημέρας, το αστείο, γλυκόπικρο “Juno” του Jason Reitman, με την καταπληκτική Ellen Page στον ομώνυμο ρόλο, έκλεισε όμορφα την ημέρα μας.
Τετάρτη 21 Νοεμβρίου:
Ενώ έχουμε εισιτήρια για τον «Άνθρωπο του Τρένου», φροντίσαμε να το δούμε την προηγούμενη εβδομάδα κι έτσι βρεθήκαμε νωρίς νωρίς στην προβολή μιας απολαυστικής ταινίας του Τζον Σέηλς, “Passion Fish”. Με μια ιστορία που κρύβει μελό παγίδες σε κάθε γραμμή του σεναρίου, η ταινία που παρακολουθήσαμε (σε μια καταστροφική προβολή με την κόπια φλουταρισμένη στα 2/3 του έργου παρά τα
κόκκινα από το χειροκρότημα χέρια μας) ήταν ένα ανθρώπινο φιλμ που παρότι δεν ξεστρατίζει στο ελάχιστο από την βασική του ιδέα και ιστορία, καταφέρνει να αφήνει χαμόγελα στα χείλη μας και να μην εκβιάζει το δάκρυ μας (πράγμα που εν τέλει δεν θα ήταν και τόσο δύσκολο). Πάλι ο καταπληκτικός Στράδερν ήταν εκεί.
Στις 15:30 στην αίθουσα Κασσαβέτης θα δούμε τον μοναδικό Ναρούσε σε τόσες μέρες. Δεν είδα άλλο του φιλμ, καθώς το αφιέρωμα μου φάνηκε αρκετά άστοχο, ειδικά κοιτώντας το υπόλοιπο πρόγραμμα. Το φιλμ ήταν βαθιά ανθρώπινο αλλά και ελαφρώς ξεπερασμένο και αυτό είναι που το αφήνει πίσω στην σύγκρισή του με τον μεγάλο Όζου.
Το βράδυ της Τετάρτης είχα την υποχρέωση που με κράτησε στο ξενοδοχείο, σε συνδυασμό με έναν ποδοσφαιρικό αγώνα που ήταν και βαρετός τελικά. Αργότερα όμως, είχα ένα πολύ καλό βράδυ, πρώτα για καλό κρέας στο Block House και εν συνεχεία στο πολύ όμορφο basement στην παραλία, με πολύ καλή μουσική και, ευτυχώς, καλή παρέα.
Πέμπτη 22 Νοεμβρίου:
Αργήσαμε σήμερα κι έτσι το πρωινό μας γίνεται πιο γρήγορο από ποτέ, η βόλτα πιο σύντομη και οι μπουκιές λιγότερες και μεγαλύτερες. Δεν χάνουμε όμως το 20λεπτο απολαυστικότατο φιλμ του Ν. Τριανταφυλλίδη “Τα Σκυλιά Γλύφουν την Καρδιά μου” και στο καπάκι φλερτάρουμε με την αυτοκτονία με τα πρώτα 30 λεπτά της Σκιάς του Λέμυ Κώσιον, από τον σούπερ τρας Νίκο Ζερβό. Πρέπει να έφυγαν πάνω από 30 άτομα σε μια προβολή που συγκέντρωσε 35, χωρίς να γυρίσουν ποτέ ξανά. Αν κάνω λάθος στα νούμερα συγχωρήστε με, ωστόσο εγγυώμαι μικρές ως μηδενικές αποκλίσεις...
Νωρίς το βράδυ στην αίθουσα Τόνια Μαρκετάκη είχα την χαρά να βρεθώ στην προβολή του Valse Sentimentale. Ένα έργο καταπληκτικό, με ψυχή που σπάνια συναντάμε στο ελληνικό σινεμά, μηδενική επιτήδευση και έντονα κινηματογραφικά στοιχεία-αρετές. Κρίμα που το Q&A με την Κωνσταντίνα Βούλγαρη μας αποκάλυψε μια σκηνοθέτη με απογοητευτική παρουσία μπροστά στο κοινό. Το έργο ήταν απίθανο, με 2-3 σκηνές που θα μου κολλάνε για πάντα.
Το βράδυ ήθελα να το περάσω ήσυχα και παραλίγο να μην το περάσω καθόλου με το ρημάδι το ισπανικό “Ορφανοτροφείο” που με έκανε να πάρω ταξί για το ξενοδοχείο. Αυθεντικός τρόμος, συγκρατημένη σκηνοθεσία και όμορφο σενάριο, στοιχεία που λείπουν και πληγώνουν το είδος του φανταστικού εδώ και χρόνια δηλαδή. Θα το ξαναδώ, αλλά με τα χέρια στο πρόσωπο, αυτό είναι σίγουρο...
Παρασκευή 23 Νοεμβρίου:
Μετά, τα σκατά. Κουστουρίτσα στα χειρότερά του (σόρυ Νετρίνο), πανηγυρτζίδικο και βρωμιάρικο Μάο Τσε Τουνγκ με τα ίδια και τα ίδια να λαμβάνουν χώρα επί 90 λεπτά (θα ορκιζόμουν ότι ήταν τουλάχιστον τα τριπλάσια) και να μην μπορώ να φύγω γιατί είμαι και στην προνομιακή θέση στο κέντρο της αίθουσας, πανάθεμά με. Μετά από αυτό, πίσω πίσω και δεξιά ο Πανούλης.
Απλά η χειρότερη μέρα φεστιβαλικά. Δεν είδα πολλά, έκανα τις βολτίτσες μου υπό το νοσταλγικό του δεκαημέρου που είχε αρχίσει να με ρίχνει λιγάκι και σαν να μην υπήρχαν άσχημα ήδη, να σου το ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ φιλμ «Κλέφτες» του Μάκη Παπαδημητράτου. Σε μια προβολή που μύριζε ξινίλα εμετού από την φεστιβαλική υποκρισία μπροστά στους συντελεστές, βρέθηκα σαστισμένος μπροστά από μια ταινία με πλάνα ερασιτεχνικά, καλαμπούρι χωριού, ερμηνείες για γέλια και για κλάματα, σενάριο του κώλου και αποτέλεσμα του... ένηγουέη. Και όταν τελείωσε, άπαντες γλείφτες, σαλιομένοι καθώς ήταν, ξέσπασαν σε χειροκροτήματα σαν λυσσασμένοι πολιτικοί ψηφοφόροι. Είχα βγει ήδη εκτός αίθουσας με 30 ψηφοδέλτια στο χέρι. Έριξα ένα γιατί δεν είμαι τόσο μαλάκας (ακόμα).
7 και 35 το πρωί επιστροφή για Αθήνα. Μια σκέψη για στάση στη Λάρισα πέρασε από το μυαλό μου, να δούμε και την Πανάθα. Διάολε, 14:00 έπρεπε να είμαι σπίτι…
Δυο πραγματάκια στα γρήγορα: